Σύμφωνα με την αρχαιοελληνική μυθολογία, όταν κάποιος πεθαίνει, συναντά τον Χάροντα στις όχθες του Αχέροντα. Ένας συμβολικός ποταμός, που πάντα ρέει σαν τα δάκρυα της θλίψης. Ο σκυθρωπός Χάρος, γεννημένος από το Σκότος και τη Νύχτα, λειτουργεί σαν ψυχοπομπός. Ως οδηγός του πλοιαρίου του, που πλέει μέσα σε αυτόν, οδηγεί τις ψυχές στον προορισμό της μοίρας τους. Εφόσον βέβαια πληρωθεί με έναν οβολό, ένα κέρμα μικρής αξίας. Διαφορετικά οι νεκροί μένουν να τριγυρνάνε στις όχθες άσκοπα, για χρόνια ισάριθμα μιας ζωής. Ανάλογα με τα πεπραγμένα του βίου τους οι ψυχές καταλήγουν σε διαφορετικά μέρη. Οι ανήθικοι, στα παγωμένα Τάρταρα για να τιμωρηθούν, οι ερωτοπληγωμένοι στα Πεδία του Πένθους, οι ουδέτεροι στους λειμώνες του Ασφόδελου, ενώ οι ενάρετοι στα νησιά των Μακάρων και τα Ηλύσια Πεδία. Όμως ας το μετατρέψουμε σε κάτι συμβατό με το παρόν. Για να γίνει αυτό, πρέπει να αναρωτηθούμε αν είμαστε πραγματικά ζωντανοί. Ίσως να ζούμε σε μια ενδιάμεση κατάσταση, όπου για το σύνολο των συμπαντικών οντοτήτων, θεωρούμαστε νεκροί. Αν έχουμε ξαναζήσει πάντως, η Λατρεία μας μπορεί να γίνει το απαραίτητο πλοιάριο για την μετάβαση των ψυχών μας στον τελικό προορισμό. Όπου είναι τα Ηλύσια Πεδία. Βέβαια αυτό το ταξίδι λειτουργεί σωστότερα μόνο για όποιον επιβιβαστεί και αντέξει τις τρικυμίες. Αλλιώς η αποβίβαση, για κάποιους, θα γίνει στους προαναφερθέντες χειρότερους προορισμούς της περιοχής του Άδη. Εμείς δεν έχουμε Χάροντα, όμως έχουμε τέσσερεις χαρούμενες ψυχές ως πλήρωμα, να οδηγούν το πλοίο μας. Τα σύμβολα των οποίων θα βρείτε στην Πεντάσταυρη. Τέλος, να ξέρετε πως στο σκάφος μας υπάρχουν επιβάτες που... δεν φαίνονται. Λαθρεπιβάτες άλλων διαστάσεων, που θα μας συντροφεύουν ως σκιές και φαντάσματα.